διανοηθῶ

διανοέομαι
have in mind
aor subj mp 1st sg (attic epic doric)
διανοέομαι
have in mind
aor subj pass 1st sg (attic epic doric)
διανοέω
have in mind
aor subj pass 1st sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διανοούμαι — διανοήθηκα, σκέφτομαι βαθιά, σχολαστικά, στοχάζομαι: Δε θέλω να διανοηθώ το χωρισμό μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.